Σήμερα στην Ελλάδα η σχολική μονάδα αντιμετωπίζεται ως ο τελικός αποδέκτης αποφάσεων για εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής. Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος έχει συμβάλει σημαντικά σ’ αυτό.
Γίνεται , ωστόσο, όλο και πιο πολύ αποδεκτό ότι οι πολιτικές, οι αλλαγές και οι καινοτομίες στην εκπαίδευση δεν μπορούν να προχωρήσουν, αν αυτές δεν έχουν γίνει, τουλάχιστον, κατανοητές σε επίπεδο σχολικής μονάδας, ως προς τις συνέπειες και τις προεκτάσεις τους. Οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν στις σχολικές μονάδες δεν είναι απλές μηχανές “φωτοτυπικής αναπαραγωγής” των αποφάσεων της εκπαιδευτικής διοίκησης. Εργάζονται σε σχολεία, τα οποία αντανακλούν τις κοινωνικές, πολιτισμικές, και οικονομικές συνθήκες της μικροκοινωνίας στην οποία βρίσκονται. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται κεντρικά από μια συγκεντρωτική εκπαιδευτική διοίκηση και προωθούνται για γενικευμένη εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο, αρκετές φορές δεν είναι αποτελεσματικές, λόγω παραγόντων που αναφέρονται και στην ίδια την σχολική μονάδα (π.χ. ολιγοθέσια σχολεία στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, σχολεία με μαθητές που δεν έχουν την ελληνική μητρική γλώσσα, κ.λ.π.).
