Αν ξεκινήσουμε από την θεμελιακή παραδοχή ότι «δεν έχουμε διδάξει εφόσον ο μαθητής δεν έχει μάθει» προκύπτει ότι η διδασκαλία στο σχολείο και η μάθηση είναι έννοιες που αλληλοσυμπληρώνονται. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή διδακτικού υλικού, οποιαδήποτε μορφή κι αν έχει, είναι απαραίτητο να αναγνωρίζει την ουσιαστική και ενεργό παρέμβαση των υποκειμένων της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δασκάλου και μαθητή. Αυτό στην περίπτωση παραγωγής εκπαιδευτικών σχεδίων μας οδηγεί στην ανάγκη για διερεύνηση δυνατοτήτων ανάπτυξης «περιβάλλοντος μαθητή» και «περιβάλλοντος καθηγητή» ή «περιβάλλοντος έρευνας» με όρους δυναμικής οργάνωσης και συνάρτησης ώστε η μάθηση, με τη συνδρομή του δασκάλου και του διδακτικού υλικού, να είναι δημιουργικό επίτευγμα του μαθητή και όχι παθητική και μηχανιστική αναπαραγωγή. Η διδασκαλία και η μάθηση είναι αλληλένδετες αλλά και ανεξάρτητες διαδικασίες («διακριτά περιβάλλοντα»). Η μάθηση ως ενέργεια εκπορεύεται από το μαθητή με την υποστήριξη της διδασκαλίας που εκπορεύεται από τον εκπαιδευτικό με τη μεσολάβηση του διδακτικού υλικού.
